αντιψυκτικός
Greek
Declension
Declension of αντιψυκτικός
number case \ gender |
singular | plural | ||||
---|---|---|---|---|---|---|
masculine | feminine | neuter | masculine | feminine | neuter | |
nominative | αντιψυκτικός • | αντιψυκτική • | αντιψυκτικό • | αντιψυκτικοί • | αντιψυκτικές • | αντιψυκτικά • |
genitive | αντιψυκτικού • | αντιψυκτικής • | αντιψυκτικού • | αντιψυκτικών • | αντιψυκτικών • | αντιψυκτικών • |
accusative | αντιψυκτικό • | αντιψυκτική • | αντιψυκτικό • | αντιψυκτικούς • | αντιψυκτικές • | αντιψυκτικά • |
vocative | αντιψυκτικέ • | αντιψυκτική • | αντιψυκτικό • | αντιψυκτικοί • | αντιψυκτικές • | αντιψυκτικά • |
derivations | Comparative: πιο + positive forms (e.g. πιο αντιψυκτικός, etc.) Relative superlative: definite article + πιο + positive forms (e.g. ο πιο αντιψυκτικός, etc.) |
Related terms
- αντιψυκτικό n (antipsyktikó, “antifreeze”)
Further reading
- Αντιψυκτικό on the Greek Wikipedia.Wikipedia el
This article is issued from Wiktionary. The text is licensed under Creative Commons - Attribution - Sharealike. Additional terms may apply for the media files.