καρδιαγγειακός
Greek
Alternative forms
- καρδιοαγγειακός (kardioangeiakós)
Etymology
From καρδιά (kardiá) + αγγειακός (angeiakós), a calque of English cardiovascular and similar in other languages.[1]
Adjective
καρδιαγγειακός • (kardiangeiakós) m (feminine καρδιαγγειακή, neuter καρδιαγγειακό)
- cardiovascular
- καρδιαγγειακή νόσος ― kardiangeiakí nósos ― cardiovascular disease
- καρδιαγγειακή πάθηση ― kardiangeiakí páthisi ― cardiovascular disease
- καρδιαγγειακό νόσημα ― kardiangeiakó nósima ― cardiovascular disease
- καρδιαγγειακό σύστημα ― kardiangeiakó sýstima ― cardiovascular system
Declension
Declension of καρδιαγγειακός
number case \ gender |
singular | plural | ||||
---|---|---|---|---|---|---|
masculine | feminine | neuter | masculine | feminine | neuter | |
nominative | καρδιαγγειακός • | καρδιαγγειακή • | καρδιαγγειακό • | καρδιαγγειακοί • | καρδιαγγειακές • | καρδιαγγειακά • |
genitive | καρδιαγγειακού • | καρδιαγγειακής • | καρδιαγγειακού • | καρδιαγγειακών • | καρδιαγγειακών • | καρδιαγγειακών • |
accusative | καρδιαγγειακό • | καρδιαγγειακή • | καρδιαγγειακό • | καρδιαγγειακούς • | καρδιαγγειακές • | καρδιαγγειακά • |
vocative | καρδιαγγειακέ • | καρδιαγγειακή • | καρδιαγγειακό • | καρδιαγγειακοί • | καρδιαγγειακές • | καρδιαγγειακά • |
derivations | Comparative: πιο + positive forms (e.g. πιο καρδιαγγειακός, etc.) Relative superlative: definite article + πιο + positive forms (e.g. ο πιο καρδιαγγειακός, etc.) |
References
- καρδιαγγειακός - Λεξικό της κοινής νεοελληνικής [Dictionary of Standard Modern Greek], 1998, by the "Triantafyllidis" Foundation.
Further reading
- Καρδιαγγειακές παθήσεις on the Greek Wikipedia.Wikipedia el
- Καρδιαγγειακό σύστημα on the Greek Wikipedia.Wikipedia el
This article is issued from Wiktionary. The text is licensed under Creative Commons - Attribution - Sharealike. Additional terms may apply for the media files.