παρακλινικός
Greek
Adjective
παρακλινικός • (paraklinikós) m (feminine παρακλινική, neuter παρακλινικό)
Declension
Declension of παρακλινικός
number case \ gender |
singular | plural | ||||
---|---|---|---|---|---|---|
masculine | feminine | neuter | masculine | feminine | neuter | |
nominative | παρακλινικός • | παρακλινική • | παρακλινικό • | παρακλινικοί • | παρακλινικές • | παρακλινικά • |
genitive | παρακλινικού • | παρακλινικής • | παρακλινικού • | παρακλινικών • | παρακλινικών • | παρακλινικών • |
accusative | παρακλινικό • | παρακλινική • | παρακλινικό • | παρακλινικούς • | παρακλινικές • | παρακλινικά • |
vocative | παρακλινικέ • | παρακλινική • | παρακλινικό • | παρακλινικοί • | παρακλινικές • | παρακλινικά • |
This article is issued from Wiktionary. The text is licensed under Creative Commons - Attribution - Sharealike. Additional terms may apply for the media files.