σεξουαλικότητα
Greek
Pronunciation
- IPA(key): [seksualiˈkɔtita]
Declension
declension of σεξουαλικότητα
case \ number | singular | plural |
---|---|---|
nominative | σεξουαλικότητα • | σεξουαλικότητες • |
genitive | σεξουαλικότητας • | — |
accusative | σεξουαλικότητα • | σεξουαλικότητες • |
vocative | σεξουαλικότητα • | σεξουαλικότητες • |
This article is issued from Wiktionary. The text is licensed under Creative Commons - Attribution - Sharealike. Additional terms may apply for the media files.