συγκομιδή
Greek
Noun
συγκομιδή • (sygkomidí) f (plural συγκομιδές)
Declension
declension of συγκομιδή
case \ number | singular | plural |
---|---|---|
nominative | συγκομιδή • | συγκομιδές • |
genitive | συγκομιδής • | συγκομιδών • |
accusative | συγκομιδή • | συγκομιδές • |
vocative | συγκομιδή • | συγκομιδές • |
Coordinate terms
- καρπός m (karpós, “grain, fruit”)
This article is issued from Wiktionary. The text is licensed under Creative Commons - Attribution - Sharealike. Additional terms may apply for the media files.