φατνιακός
Greek
Etymology
From φατνίο (fatnío, “tooth socket”) + -ακός (-akós). Calque of French alvéolaire.
Declension
Declension of φατνιακός
number case \ gender |
singular | plural | ||||
---|---|---|---|---|---|---|
masculine | feminine | neuter | masculine | feminine | neuter | |
nominative | φατνιακός • | φατνιακή • | φατνιακό • | φατνιακοί • | φατνιακές • | φατνιακά • |
genitive | φατνιακού • | φατνιακής • | φατνιακού • | φατνιακών • | φατνιακών • | φατνιακών • |
accusative | φατνιακό • | φατνιακή • | φατνιακό • | φατνιακούς • | φατνιακές • | φατνιακά • |
vocative | φατνιακέ • | φατνιακή • | φατνιακό • | φατνιακοί • | φατνιακές • | φατνιακά • |
Further reading
- φατνιακός - Λεξικό της κοινής νεοελληνικής [Dictionary of Standard Modern Greek], 1998, by the "Triantafyllidis" Foundation.
This article is issued from Wiktionary. The text is licensed under Creative Commons - Attribution - Sharealike. Additional terms may apply for the media files.